Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Πυθέας, ο Κολόμβος της αρχαιότητας


 Γύρω στὸ 330 π.Χ., ὁ Πυθέας, ἕνας σχεδὸν ἄγνωστος Ἕλληνας ἔμπορος, ξεκίνησε ἕνα ἐκπληκτικὸ ταξίδι. Ἦταν ἕνα ταξίδι ποὺ θὰ τὸν ὁδηγοῦσε πέρα ἀπὸ τὰ γνωστὰ ὅρια τῆς Μεσογείου, σὲ χῶρες ποὺ μέχρι τότε ὑπῆρχαν μόνο στοὺς μύθους καὶ στοὺς θρύλους. Ὅταν ἐπέστρεψε, τὸ ταξίδι του καὶ ὅσα θαυμαστὰ εἶδε, θὰ συζητοῦνταν γιὰ αἰῶνες. 

Ὁ Πυθέας ἦταν πολίτης τῆς ἑλληνικῆς ἀποικίας τῆς Μασσαλίας, ἡ ὁποία ἔγινε σημαντικὴ ἐμπορικὴ δύναμη τῆς δυτικῆς Μεσογείου, ἐξ αἰτίας τῆς προνομιακῆς θέσης της στὶς νότιες ἀκτές της Γαλατίας (Γαλλία). Ἦταν γνωστὸς ὡς ἱκανὸς πλοηγός, ἀστρονόμος καὶ ναυτικός. Ἡ ἀφήγησή του γιὰ τὸ ταξίδι του, μὲ τὸν τίτλο Περὶ Ὠκεανοῦ, καταγράφει ἕνα θαλάσσιο ὁδοιπορικὸ στὴ Βρετανία, τὴ Βόρεια Θάλασσα καὶ τὴν ἀκτογραμμὴ τῆς βορειοανατολικῆς Εὐρώπης, τὰ μυστηριώδη βόρεια ἐδάφη ποὺ ἦταν πηγὲς προμήθειας κασσίτερου, ξυλείας καὶ χρυσοῦ γιὰ τὴ Μεσόγειο. Γραμμένη στὰ ἑλληνικὰ γύρω στὸ 325 π.Χ., εἶναι ἴσως ἡ παλαιότερη τεκμηριωμένη περιγραφὴ τῶν Βρετανικῶν Νήσων καὶ τῶν κατοίκων της. Ἐπίσης, περιέχει ἐνδιαφέρουσες ἐνδείξεις ὅτι ὁ Πύθεας μπορεῖ νὰ ἔφτασε μέχρι την Ἰσλανδία καὶ τὸν Ἀρκτικὸ Ὠκεανό. Αὐτὲς ἦταν οἱ χῶρες ποὺ σύμφωνα μὲ τοὺς ἑλληνικοὺς μύθους κατοικοῦσε μιὰ φυλὴ γιγάντων, τῶν γνωστῶν Ὑπερβόρειων. Δυστυχῶς, λίγες λεπτομέρειες ὑπάρχουν γιὰ τὸ ταξίδι αὐτό, καθὼς ἡ πραγματεία δὲν σώζεται ὁλόκληρη. Ἂν καὶ ἦταν γνωστὴ στὴν ἀρχαιότητα, μόνο ἀποσπάσματά της ἔχουν διασωθεῖ, παρατεθειμένα ἢ παραφρασμένα μέσα σὲ ἔργα ἄλλων κλασσικῶν συγγραφέων. 

Σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα κείμενα τῆς ἐποχῆς γύρω ἀπὸ τὴν ναυτιλία, τὸ Περὶ Ὠκεανοῦ δὲν θεωρεῖται περίπλους, ἢ τοὐλάχιστον, δὲν θεωρεῖται ἕνας τυπικὸς περίπλους. Αὐτοὶ ἦταν οὐσιαστικὰ ναυτικὰ ἡμερολόγια ἢ ὁδηγοὶ πλοήγησης. Περιεῖχαν μιὰ σειρὰ πρακτικῶν πληροφοριῶν, ὅπως ἀποστάσεις μεταξὺ σημαντικῶν παράκτιων ὀρόσημων ἢ ἀστρονομικὲς παρατηρήσεις ποὺ προορίζονταν νὰ βοηθήσουν τὰ θαλάσσια ταξίδια. Ἀντίθετα, τὸ Περὶ Ὠκεανοῦ, ἂν καὶ περιλαμβάνει τέτοιες πληροφορίες, εἶναι πολὺ μεγαλύτερο καὶ πιὸ φιλόδοξο σὲ κλίμακα. Πρόκειται γιὰ μιὰ προσωπικὴ περιγραφὴ τοῦ ταξιδιοῦ του Πυθέα καὶ περιέχει πλῆθος ἀστρονομικῶν, γεωγραφικῶν, βιολογικῶν, ὠκεανογραφικῶν καὶ ἐθνολογικῶν παρατηρήσεων. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, πολλοὶ σύγχρονοι μελετητὲς τὸ θεωροῦν ντοκουμέντο σημαντικῆς ἐπιστημονικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς σημασίας. 

Οἱ πηγές 

Τὸ ταξίδι του Πυθέα τὸ διέσωσαν πολλοὶ συγγραφεῖς. Σὲ αὐτοὺς περιλαμβάνονται, κυρίως, ὁ Τίμαιος, ὁ Ἐρατοσθένης, ὁ Πλίνιος ὁ Πρεσβύτερος, ὁ Διόδωρος ὁ Σικελιώτης, ὁ Στράβων καὶ ὁ Πολύβιος. Οἱ δύο τελευταῖοι, ὡστόσο, ἦταν ἀνοιχτὰ ἐχθρικοὶ ἀπέναντι στὴν ἰδέα ἑνὸς τέτοιου ταξιδιοῦ. Γιὰ παράδειγμα, ὁ γεωγράφος Στράβων (63 π.Χ. 24 μ.Χ.) ἰσχυρίζεται στὸ διάσημο ἔργο του Γεωγραφικά, ὅτι ὁ Πυθέας εἶναι «ὁ χειρότερος ψεύτης» καὶ ὅτι τὰ γραπτὰ τοῦ ἦταν ἁπλᾶ «ἐπινοήσεις» (Roseman, 24). Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ Στράβων εἶναι σπουδαία πηγὴ γιὰ τὸν Πυθέα· παραθέτει κατὰ λέξη τὰ λόγια του Ἕλληνα ἐξερευνητῆ σὲ πολλὲς περιστάσεις στὰ Γεωγραφικά, ἂν καὶ τὸ κάνει μὲ τρόπο ποὺ δυσφημεῖ τον Πυθέα καὶ ἀμφισβητεῖ τὴν ἐγκυρότητα τοῦ ταξιδιοῦ του. 

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΠΥΘΕΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΠΛΗΘΟΣ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΩΝ, ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΩΝ, ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΩΚΕΑΝΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ 

Πολλοὶ μελετητὲς πιστεύουν πὼς οἱ δριμεῖς κατηγορίες τοῦ Στράβωνα, ἔχουν ἀναπαραχθεῖ ἀπὸ τὸ ἔργο του Πολύβιου (200 – 118 π.Χ.), τοῦ Ἕλληνα ἱστορικοῦ τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. ποὺ ἐπέκρινε ἀκόμα πιὸ ἔντονα τὸν Πυθέα. Τὸ βιβλίο 34 τοῦ ἔργου Ἱστορίαι του Πολύβιου, τὸ ὁποῖο σώζεται ἀποσπασματικά, ἀποτελεῖ μιὰ ἐκτεταμένη ἀντιπαράθεση στὸν Πυθέα. Ἡ ἐχθρότητα αὐτῶν τῶν δύο συγγραφέων ἀπέναντι στὸν Πυθέα εἶναι παράξενη καὶ στὴν πραγματικότητα, μπορεῖ νὰ ὀφείλεται σὲ κάτι τόσο ἁπλὸ ὅσο ὁ «ἐπαγγελματικὸς φθόνος», ὅπως λέει ὁ Βρετανὸς ἀρχαιολόγος, Barry Cunliffe (Cunliffe, 173). 

Ἀντίθετα, ἄλλοι κλασσικοὶ συγγραφεῖς, ἀντιμετώπισαν καλοπροαίρετα τὸν Πυθέα καὶ ἀποδέχθηκαν τὸ Περὶ Ὠκεανοῦ ὡς ἔγκυρο. Κυριότερος ἐξ αὐτῶν ἦταν ὁ ἱστορικὸς Τίμαιος (π. 345 – 250 π.Χ.), ὁ ὁποῖος ἔγραψε μιὰ ἐκτενῆ πραγματεία γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Σικελίας καὶ τῆς δυτικῆς Μεσογείου. Κατὰ πᾶσα πιθανότητα εἶχε στὴν κατοχή του κάποιο ἀντίγραφο τοῦ Περὶ Ὠκεανοῦ καὶ χρησιμοποίησε ἀποσπάσματά του πολλὲς φορὲς μέσα στὸ δικό του ἔργο. Ὁ περίφημος γεωγράφος καὶ «βιβλιοφύλαξ» της Ἀλεξάνδρειας, Ἐρατοσθένης ὁ Κυρηναῖος (π. 276 – 194 π.Χ.) παραθέτει τὸν Πυθέα σὲ μιὰ πραγματεία πού – ὅπως καὶ τὸ Περὶ Ὠκεανοῦ – ἔχει χαθεῖ, ἀλλὰ ἀναπαράχθηκε εὐρέως στὸν ἀρχαῖο κόσμο. 

Πολλοὶ μελετητὲς πιστεύουν ὅτι ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς καὶ συγγραφέας Πλίνιος (23 – 79 μ.Χ.) πῆρε τὶς περισσότερες πληροφορίες του ἀπὸ τὸν Τίμαιο. Ὅπως καὶ ὁ Τίμαιος, παραθέτει πολλὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ Περὶ Ὠκεανοῦ, στὸ ἔργο του Φυσικὴ Ἱστορία, συχνὰ προλογίζοντάς τα μὲ τὴ φράση «σύμφωνα μὲ τὸν Πυθέα...» ἢ «ὁ Πυθέας ἀπὸ τὴ Μασαλλία ἔγραψε...». Ὁ Ἕλληνας ἱστορικὸς Διόδωρος Σικελιώτης (π. 90 – 30 π.Χ.), ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὴν μνημειώδη Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη του τὴν ἐποχὴ τοῦ Αὐγούστου, εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι δανείστηκε ἐκτενῆ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ γραπτά του Τίμαιου καὶ εἰδικὰ τὰ σχόλιά του γιὰ τὴν ἀρχαία Βρετανία. 

Τὸ ὁδοιπορικό 

Μὲ βάση αὐτὰ καὶ ἄλλα διάσπαρτα ἀποσπάσματα, οἱ σύγχρονοι μελετητὲς ἐπιχείρησαν νὰ ἀνασυνθέσουν πτυχὲς τοῦ ταξιδιοῦ, ἀλλὰ πολλὲς λεπτομέρειες παραμένουν ἀνεπιβεβαίωτες. Γιὰ παράδειγμα, τὸ εἶδος τοῦ σκάφους τὸ ὁποῖο χρησιμοποίησε ὁ Πυθέας δὲν καθορίστηκε ποτὲ μὲ κάποιο βαθμὸ βεβαιότητας. Ὁρισμένοι ἱστορικοί – μεταξύ τους καὶ ὁ Cunliffe – ἔχουν ὑποστηρίξει ὅτι ταξίδευε κυρίως πεζὴ καὶ ἴσως νὰ χρησιμοποιοῦσε κάποιου εἴδους κέλτικο κανὸ (currach) γιὰ τὶς θαλάσσιες διαδρομές. Εἶναι ἐξίσου πιθανό, ἐφόσον ἦταν ἔμπορος, νὰ ταξίδευε μὲ μιὰ ὀλκάδα (ὁλκάς). Οἱ ὀλκάδες ἦταν ἑλληνικὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, ἀνθεκτικὰ καὶ στέρεα, μὲ μεγάλο βύθισμα, σχεδιασμένα γιὰ τὴ μεταφορὰ ἐμπορευμάτων. Εἶχαν ἐπίπεδη βάση καὶ στρογγυλὸ κύτος, ἔπαιρναν ὤθηση κυρίως ἀπὸ ἱστία καὶ ἦταν πολὺ διαφορετικὰ ἀπὸ τὶς κομψὲς τριήρεις, τὰ ἑλληνικὰ πολεμικὰ πλοῖα. 

Ἀνεπιβεβαίωτη εἶναι καὶ ἡ ἀκριβής του διαδρομή. Ὡστόσο, εἶναι γενικὰ ἀποδεκτὸ ὅτι ὁ Πυθέας ἄρχισε τὸ ταξίδι του ἀπὸ τὴ Μασσαλία καὶ ἔπλευσε δυτικὰ περνῶντας τὶς Ἡράκλειες Στῆλες (τὰ σημερινὰ Στενὰ τοῦ Γιβραλτάρ). Προχώρησε στὸν Ἀτλαντικό, ἀκολουθῶντας τὴ δυτικὴ ἀκτογραμμὴ τῆς Ἱσπανίας καὶ τῆς Γαλλίας πρὸς βορρᾶ καὶ πιθανῶς ἀποβιβάστηκε στὴ Βρετάνη. Ἀπὸ ἐκεῖ, διέσχισε τὴ Μάγχη, φτάνοντας σὲ ἕνα μέρος ποὺ ὀνομάζει «Βελέριον», ποὺ οἱ σύγχρονοι μελετητὲς πιστεύουν ὅτι εἶναι ἡ Κορνουάλη. Ἐκεῖ ἦταν ποὺ εἶδε τοὺς κατοίκους της Βρετανίας νὰ ἐξορύσσουν κασσίτερο γιὰ ἐμπόριο μὲ τὴ Γαλατία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τὴ Μεσόγειο. Ὁ Πλίνιος, παραθέτοντας τὸν Τίμαιο, γράφει: «ὑπάρχει ἕνα νησὶ μὲ τὸ ὄνομα Μίκτις, σὲ ἀπόσταση πλεύσης ἕξι ἡμερῶν ἀπὸ τὴ Βρετανία, ὅπου ὑπάρχει κασσίτερος. Οἱ Βρετανοὶ φτάνουν στὸ νησὶ μὲ ψάθινες βάρκες καλυμμένες μὲ δορὲς» (Cunliffe, 75). Ἡ ἀκριβὴς τοποθεσία τοῦ νησιοῦ αὐτοῦ εἶναι ἄγνωστη, ἀλλὰ ἔχει προταθεῖ ὅτι ἴσως εἶναι τὸ Ὅρος τοῦ Ἁγίου Μιχαὴλ στὴν Κορνουάλη, ἡ χερσόνησος Μαουντμπάτεν στὸ Ντέβον ἢ ἡ Νῆσος Γουάϊτ. 

Ὁ Διόδωρος Σικελιώτης ἀποκαλεῖ τὴ Βρετανία «Πρεττανία» καὶ τοὺς κατοίκους της «Πρεττανοὺς» (Pritani). Οἱ μελετητὲς πιστεύουν ὅτι καὶ οἱ δύο λέξεις, ποὺ πιθανότατα ὀφείλονται ἀρχικὰ στὸν Πυθέα, προέρχονται ἀπὸ τὸν κλάδο τῶν p-Κελτικῶν ὑποδιαιρέσεων τῆς Κελτικῆς γλώσσας. Αὐτὴ τὴ γραφὴ υἱοθετεῖ καὶ ὁ Στράβων στὶς περισσότερες ἀναφορές του στὸ νησί. Ἀντίθετα, πολλοὶ μεταγενέστεροι συγγραφεῖς χρησιμοποιοῦν τὴ γραφὴ τῶν b-Κελτικῶν γλωσσῶν, ἀποδίδοντας τὴ λέξη ὡς «Βρετανία». Ὁ Διόδωρος περιγράφει τὸ νησί της Βρετανίας ὡς «πυκνοκατοικημένο καὶ τὸ κλίμα... ἐξαιρετικὰ κρύο» (Cunliffe, 108). Περιγράφει τὸ Πρεττανοὺς ὡς λαὸ ἀποτελούμενο ἀπὸ φυλὲς ποὺ κυβερνῶνται ἀπὸ «πολλοὺς βασιλιᾶδες καὶ ἀριστοκράτες...» (Cunliffe, 108). Σημειώνει ὅτι ζοῦσαν σὲ σπίτια φτιαγμένα ἀπὸ «καλάμια ἢ ξύλα» καὶ λέει ὅτι συντηροῦνταν ἀπὸ τὰ ἀγροτικὰ προϊόντα (Cunliffe, 108). «Ὁ τρόπος συγκομιδῆς τῶν σιτηρῶν τους», γράφει, ἐπικαλούμενος τὸν Πυθέα, «εἶναι νὰ κόβουν μόνο τὶς κορυφὲς καὶ νὰ τὶς ἀποθηκεύουν σὲ στεγασμένους χώρους καὶ κάθε μέρα νὰ διαλέγουν τὶς ὥριμες κορυφὲς καὶ νὰ τὶς ἀλέθουν, παίρνοντας ἔτσι τὴν τροφή τους» (Cunliffe, 108). 

Ἀφοῦ παρατήρησε τοὺς κατοίκους της Κορνουάλης καὶ τῆς νοτιοδυτικῆς Βρετανίας, ὁ Πυθέας μᾶλλον προχώρησε βόρεια, παράλληλα μὲ τὶς ἀκτές της Οὐαλίας. Πιθανὸν νὰ ἀποβιβάστηκε στὴ Νῆσο Μὰν προτοῦ περιπλεύσει τὶς δυτικὲς ἀκτές της Σκωτίας, περνῶντας ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ νησιά των Ἐβρίδων. Σύμφωνα μὲ διάφορες πηγές, ἀποβιβάστηκε πολλὲς φορὲς στὴ στεριά. Μάλιστα, ὁ Στράβων φέρει τον Πυθέα νὰ λέει ὅτι «διέσχισε ὁλόκληρη τὴ Βρετανία μὲ τὰ πόδια», ἀλλὰ προσθέτει χαρακτηριστικὰ ὅτι ἕνας τέτοιος ἰσχυρισμὸς εἶναι ἐντελῶς παράλογος (Roseman, 48). Ὁ Πυθέας ἐκτέλεσε πολλὲς γεωγραφικὲς μετρήσεις, χρησιμοποιῶντας γνώμονα. Ὁ γνώμονας ἦταν μία συσκευὴ ὅπως ἡ σημερινὴ σταδία, ποὺ σχεδιάστηκε γιὰ νὰ μετράει τὴ σκιὰ τοῦ ἥλιου σὲ διαφορετικὰ γεωγραφικὰ πλάτη καὶ ἔτσι νὰ ὑπολογίζει τὴ θέση κάποιου. Ὁ Πλίνιος ἀναφέρει ὅτι βόρεια τῆς Βρετανίας βρίσκονται οἱ Ὀρκάδες νῆσοι, ἂν καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν νησιῶν ποὺ μᾶς δίνει δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸν πραγματικὸ ἀριθμὸ τῶν νησιῶν (Orkney Islands). Ἀπὸ κεῖ, ὁρισμένοι μελετητὲς πιστεύουν ὅτι ὁ Πυθέας ἔκανε τὸ πιὸ τολμηρὸ βῆμα στὸ ταξίδι του, ἄφησε πίσω του τὴ Βρετανία καὶ περιπλανήθηκε στὴ Βόρεια Θάλασσα. 

Σύμφωνα μὲ τὸν Στράβωνα, ὁ Πυθέας ἔπλεε ἐπὶ ἕξι μέρες πρὶν φτάσει σὲ μιὰ ξηρὰ ποὺ ὀνόμασε Θούλη, τὴν ὁποία ὁρισμένοι μελετητὲς ταυτίζουν μὲ τὴν Ἰσλανδία. Τὸ ἂν ὁ Πυθέας ἀποβιβάστηκε πράγματι στὴν Ἰσλανδία ἀμφισβητεῖται ἔντονα καὶ ἡ πιθανότητα αὐτὴ διχάζει τοὺς μελετητὲς ἐδῶ καὶ δεκαετίες. Κάποιοι ἀποδέχονται ὅτι ἡ Θούλη εἶναι ὄντως ἡ Ἰσλανδία, ἐνῷ ἄλλοι θεωροῦν ὅτι πρόκειται γιὰ τὴ Νορβηγία. Ὁ Καναδὸς ἐξερευνητὴς Vilhjalmur Stefansson, ποὺ ἐξερεύνησε ἐκτενῶς τὴν Ἀρκτική, ὑποστήριξε στὸ βιβλίο τοῦ Ultima Thule ὅτι τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἔφτασε ὁ Πυθέας στὴν Ἰσλανδία εἶναι ἀρκετὰ πιθανό. Ἦταν ἐδῶ, ἢ σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο σὲ αὐτὰ τὰ βόρεια κλίματα, ποὺ ὁ Πύθεας ἔγινε μάρτυρας ἑνὸς φαινόμενου ἐντελῶς ξένου γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Μεσογείου: του σχεδὸν συνεχοῦς ἡλιακοῦ φωτὸς ποὺ βιώνουν οἱ ταξιδιῶτες σὲ μεγάλα γεωγραφικὰ πλάτη κατὰ τοὺς καλοκαιρινοὺς μῆνες. Ὁ Πλίνιος σημειώνει: 

Τελευταῖα ἀπ’ ὅσα ἀναφέρονται εἶναι ἡ Θούλη, ὅπου, ὅπως ἔχω πεῖ, δὲν ὑπάρχουν νύχτες κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἡλιοστασίου, ὅταν ὁ ἥλιος περνάει ἀπὸ τὸν ἀστερισμὸ τοῦ Καρκίνου καὶ ἐπίσης, δὲν ὑπάρχουν καθόλου ἡμέρες κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου. Κάποιοι πιστεύουν ὅτι αὐτὸ διαρκεῖ γιὰ ἕξι μῆνες (Roseman, 92). 

Μετὰ ἀπὸ μιᾶς μέρας πλεύση βόρεια τῆς Θούλης, σημείωνε περαιτέρω ὁ Πυθέας, φτάνει κανεὶς στὴν «Πεπηγυία Θάλασσα» (πηγμένη θάλασσα), ἕνας ὅρος ποὺ οἱ μελετητὲς πιστεύουν ὅτι περιγράφει τὸν παγωμένο Ἀρκτικὸ Ὠκεανό. Στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι πολὺ πιθανὸ ὅτι ἡ πυκνὴ ὁμίχλη, τὸ δριμὺ ψῦχος καὶ οἱ παγετῶνες, ἐμπόδισαν τὴ συνέχιση τοῦ ταξιδιοῦ πρὸς τὸν βορρᾶ. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἀναφορὰ στὸ μέρος αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ πιὸ αἰνιγματικὸ ἀπόσπασμα τοῦ Περὶ Ὠκεανοῦ. Ὁ Στράβων ἐμφανίζει τὸν Πυθέα νὰ λέει ὅτι αὐτὸ τὸ ἔσχατο μέρος ἦταν ἕνας τόπος: 

Ὅπου οὔτε ἡ γῆ, οὔτε τὸ νερό, οὔτε ὁ ἀέρας ὑπάρχουν χωριστά, ἀλλὰ μία ἀνάμειξη ὅλων αὐτῶν, ποὺ μοιάζει μὲ θαλάσσιο πνεύμονα, μέσα στὸν ὁποῖο ἡ γῆ, ἡ θάλασσα καὶ ὅλα τὰ πράγματα στέκονταν μετέωρα, σχηματίζοντας, τρόπον τινά, ἕναν σύνδεσμο ποὺ τὰ ἕνωνε ὅλα (Roseman, 125). 

Ὁ αἰνιγματικὸς ὅρος «θαλάσσιος πνεύμονας» («πνεύμονι θαλαττίω ἐοικὸς») ἀποτέλεσε ἐπὶ μακρὸν πηγὴ ἔντονου προβληματισμοῦ μεταξὺ τῶν σύγχρονων μελετητῶν. Δὲν εἶναι ξεκάθαρο σὲ τί ἀναφέρεται ὁ Πυθέας ὅταν χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο. Ἡ πιὸ λογικὴ ἐξήγηση καὶ αὐτὴ ποὺ υἱοθετεῖται ἀπὸ τοὺς περισσότερους σύγχρονους ἐρευνητές, εἶναι ὅτι ὁ Πυθέας χρησιμοποίησε τὸν ὅρο γιὰ νὰ περιγράψει ἕνα φαινόμενο, τὶς «τηγανίτες πάγου», τὸ ὁποῖο δὲν εἶχε ξαναδεῖ ποτὲ καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ὑπῆρχε ἑλληνικὸς ὅρος. Οἱ «τηγανίτες πάγου» εἶναι χαρακτηριστικὰ στρογγυλὰ κομμάτια πάγου ποὺ ἐπιπλέουν στὸ νερό. Ἐξάλλου, «θαλάσσιος πνεύμονας» ὀνομαζόταν καὶ ἡ μέδουσα (πλεύμων θαλάττιος), ἕνα πλάσμα ποὺ περιγράφει ὁ Ἀριστοτέλης στὸ ἔργο τοῦ Πὲρὶ ζώων μορίων. Καὶ αὐτὸ ἔχει στρογγυλὸ σχῆμα καὶ πλέει στὴν ἐπιφάνεια ἢ πολὺ κοντὰ στὴν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ. Ἀρκετοὶ μελετητὲς θεωροῦν ὅτι στὴν προσπάθειά του νὰ περιγράψει τὸ φαινόμενο, ὁ Πυθέας κατέφυγε στὸν ὅρο «θαλάσσιος πνεύμονας», ποὺ ἴσως ἔμοιαζε περισσότερο μὲ αὐτὸ τὸ παράξενο θέαμα. 

Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴ Θούλη, ὁ Πυθέας μᾶλλον ἀκολούθησε τὶς ἀνατολικὲς ἀκτές της Βρετανίας, ἔκανε τὸν γῦρο τῆς χερσονήσου τοῦ Κέντ, τὸ ὁποῖο ἀποκαλεῖ «Κάντιον» καὶ ἔτσι, ὁλοκλήρωσε τὸν περίπλου τοῦ νησιοῦ. Ἀλλά, ἀντὶ νὰ στραφεῖ δυτικὰ γιὰ νὰ κατευθυνθεῖ πρὸς τὴν πατρίδα, ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι στράφηκε ἀνατολικά, πλέοντας παράλληλα μὲ τὴ νότια ἀκτογραμμὴ τῆς Εὐρώπης. Ὁ Πλίνιος ὑποστηρίζει ὅτι συνάντησε ἕναν γερμανικὸ λαό, τοὺς Γούτωνες, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν στὶς ἐκβολὲς ἑνὸς μεγάλου ποταμοῦ. Ἐπίσης, ἐξερεύνησε ἕνα νησὶ (πιθανόν την Ἐλιγολάνδη) ποὺ εἶχε ἄφθονα κοιτάσματα ἤλεκτρου (κεχριμπάρι). Στὴν πραγματικότητα, τὸ ταξίδι σὲ αὐτὸ τὸ τμῆμα τῆς Εὐρώπης μπορεῖ νὰ ὑποκινήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἐντοπίσει τὴν πηγή του ἤλεκτρου, τὸ ὁποῖο ἀσκοῦσε μεγάλη ἕλξη στοὺς Ἕλληνες. Ὁρισμένοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἀπὸ ἐδῶ, ὁ Πυθέας προχώρησε πρὸς τὴν Βαλτική. Ἴσως νὰ ἔφτασε μέχρι τὸν ποταμὸ Βιστούλα, στὴ σημερινὴ Πολωνία, πρὶν ἀρχίσει τὸ μεγάλο ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς στὴ Μεσόγειο. 

Ἡ παρακαταθήκη του Πυθέα 

Ὁ Πυθέας φαίνεται ὅτι ἔγραψε τὸ Περὶ Ὠκεανοῦ κάποια στιγμὴ μετὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴ Μασσαλία. Βέβαια, τὸ πότε ἀκριβῶς μᾶλλον δὲν θὰ τὸ μάθουμε. Ὁ Cunliffe ὑποθέτει ὅτι πρέπει νὰ γράφτηκε τὴν περίοδο πρὶν ἀπὸ τὸ 320 π.Χ., ἐπειδὴ ἡ πρώτη ἀναφορὰ στὸ ἔργο γίνεται ἀμέσως μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἡμερομηνία, ἀπὸ τὸν κλασσικὸ συγγραφέα Δικαίαρχο, μαθητὴ τοῦ Ἀριστοτέλη. Στὴ συνέχεια, ἀναπαράχθηκε εὐρέως καὶ ὅπως φαίνεται μελετήθηκε, ἀναλύθηκε καὶ συζητήθηκε ἔντονα γιὰ τοὐλάχιστον δύο αἰῶνες. Γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, μέχρι τὰ γραπτά του Τάκιτου καὶ τοῦ Ἰούλιου Καίσαρα, τὸ Περὶ Ὠκεανοῦ ἦταν πιθανῶς ἡ μόνη πηγὴ πληροφοριῶν γιὰ τὴ Βρετανία καὶ τὰ βόρεια γεωγραφικὰ πλάτη. Ἀντίγραφά του ὑπῆρχαν σίγουρα στὶς μεγάλες βιβλιοθῆκες τῆς Περγάμου καὶ τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ἦταν μᾶλλον στὴν τελευταία, ποὺ ὁ Ἐρατοσθένης ἀπέκτησε ἕνα ἀντίγραφο. Στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων, ὡστόσο, ἴσως ἐξ αἰτίας παραμέλησης ἢ ἠθελημένης καταστροφῆς (π.χ. ἡ βιβλιοθήκη της Ἀλεξάνδρειας ὑπέστη μιὰ σειρὰ καταστροφικῶν πυρκαγιῶν), ἢ ἑνὸς συνδυασμοῦ καὶ τῶν δύο, τὸ Περὶ Ὠκεανοῦ χάθηκε καὶ μαζί του καὶ ἡ καταγραφὴ ἑνὸς ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἐξερευνητικὰ ταξίδια τῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητας. 

Ὅσο γιὰ τὸν ἴδιο τόν Πυθέα, οἱ μελετητὲς δὲν γνωρίζουν σχεδὸν τίποτα γιὰ ἐκεῖνον. Ἐκτὸς ἀπὸ μιὰ σύντομη περιγραφὴ στὰ γραπτά του Πολύβιου, ὁ ὁποῖος τὸν ἀποκαλεῖ ὑποτιμητικὰ «ἰδιώτη» καὶ «φτωχὸ» (Roseman, 48), οἱ σύγχρονοι ἱστορικοὶ δὲν διαθέτουν κανένα στοιχεῖο γιὰ τὴν προσωπικότητά του, τὴν ἐμφάνισή του ἢ ἀκόμα καὶ τὰ κίνητρά του γιὰ αὐτὸ τὸ ταξίδι. Τέτοιες περιγραφές, ἂν ὑπάρχουν κἄν, μποροῦν νὰ συναχθοῦν μόνο ἀπὸ τὰ διάσπαρτα ἀποσπάσματα τῶν γραπτῶν του ἢ ἀπὸ ὅσα ἔχουν γράψει οἱ ἄλλοι γιὰ αὐτόν. Ὡστόσο, αὐτὰ ἀποκαλύπτουν ὄχι μόνο ἕναν ἱκανὸ πλοηγὸ καὶ θαλασσοπόρο, ἀλλὰ καὶ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ διαθέτει μιὰ τεράστια περιέργεια γιὰ τὸν κόσμο, μιὰ περιέργεια ποὺ ξεπέρασε τὰ ὅρια τοῦ μεσογειακοῦ κόσμου του. 

Αὐτὴ ἡ περιέργεια εἶναι ἔκδηλη στὸ Περὶ Ὠκεανοῦ. Πράγματι, παρὰ τὶς ὑπερβολικὲς ἐνστάσεις τοῦ Στράβωνα καὶ τοῦ Πολύβιου, τὸ Περὶ Ὠκεανοῦ εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ λογικὰ ἀδύναμο καὶ φαντασιόπληκτο. Τὰ σωζόμενα ἀποσπάσματά του δείχνουν μιὰ νηφάλια καὶ ἀντικειμενικὴ καταγραφή, ποὺ περιέχει πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τοὺς σύγχρονους μελετητὲς καὶ ἐπιστήμονες. Περιλαμβάνει σχόλια γιὰ τὴν ἐπίδραση τῆς σελήνης στὰ παλιρροϊκὰ κύματα, γιὰ τὸν νυχτερινὸ ἥλιο, τὶς ἀκριβεῖς γεωγραφικὲς μετρήσεις καὶ τὴν ἐθνογραφικὴ ἀπεικόνιση τῶν γηγενῶν πληθυσμῶν. Ὅλα αὐτὰ ἀντιπροσωπεύουν ἕναν ἄνδρα πού, ὅπως τοὐλάχιστον ἕνας μελετητὴς ἔχει ὑποστηρίξει: «μπορεῖ νὰ ξεχωρίσει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἐξερευνητὲς καὶ ταξιδιῶτες τῆς ἀρχαιότητας ὡς ἕνας ἐπιστήμονας ποὺ ταξίδεψε... καθαρὰ γιὰ λόγους ἔρευνας... καὶ ἔγινε ὁ πρῶτος ποὺ εἶδε ὁλόκληρο τὸν ὠκεανὸ ὡς πεδίο ἐξερεύνησης» (Roller, 63). 

Σήμερα, λίγοι ἱστορικοὶ καὶ μελετητὲς ἀμφιβάλουν γιὰ τὸ ἂν τὸ ταξίδι του πραγματοποιήθηκε. Ἂν καὶ συνεχίζουν νὰ ὑπάρχουν διαφωνίες γιὰ τὰ μέρη ποὺ ἐπισκέφθηκε καὶ γιὰ ἄλλες λεπτομέρειες τοῦ ταξιδιοῦ, τὸ γεγονὸς ὅτι ἔκανε ἕνα τέτοιο ταξίδι σπάνια ἀμφισβητεῖται. Ἐὰν τὸ ταξίδι εἶχε ἀρχικὰ σχεδιαστεῖ ὡς οἰκονομικὸ ἐγχείρημα, ὅπως προτείνουν κάποιοι, σύντομα ἔγινε κάτι περισσότερο, ὅπως φανερώνουν τὰ ἀποσπάσματα τοῦ Περὶ Ὠκεανοῦ. Πράγματι, ἔγινε ἕνα ταξίδι ἐξερεύνησης μὲ τὴν πιὸ οὐσιαστικὴ ἔννοια, μιὰ προσπάθεια κατανόησης καὶ ἄντλησης γνώσης γιὰ τὸν κόσμο μέσῳ τῆς ἀπ' εὐθείας παρατήρησης. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὁ Πυθέας συνέβαλε ἀποφασιστικὰ στὴν ἀπομυθοποίηση αὐτῶν τῶν παράξενων βόρειων ἐδαφῶν, ποὺ προκαλοῦσαν τόσο ἔντονα τὴν φαντασία τῶν Ἑλλήνων. Ἐπιπλέον, στὴ σύγχρονη ἐποχή, παρέχει μιὰ κλεφτὴ ματιά, ἔστω καὶ ἀποσπασματική, σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ἔχει χαθεῖ. 

Άρθρο

Thomas S. Garlinghouse

από Thomas S. Garlinghouse, μεταφρασμένο από Christina Garila

που δημοσιεύτηκε στο 14 July 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.